Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πωλωνεῖα
πῶμα
πῶμα2
πωμάζω
πωμάριον
πωμαρίτης
πωμαστέον
πωματίας
πωμάτιον
πώποτε
πωρητύς
πωρίασις
πώρινος
πωρίον
πωροειδής
πωροκήλη
πωρολυτικός
πωρόμφαλον
πωρός
πῶρος
πωρόω
View word page
πωρητύς
misery, distress
ShortDef
misery, distress
Debugging
Headword:
πωρητύς
Headword (normalized):
πωρητύς
Headword (normalized/stripped):
πωρητυς
IDX:
77963
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-77964
Key:
Data
{'content': 'misery, distress'}