Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πυροφορικός
πυροφόρος
πυροφόρος2
πυρόω
πυρπαλαμάομαι
πυρπάλαμος
πύρπνοος
πυρπολέω
πυρπόλημα
πυρπόλησις
πυρπόλος
πύρρα
Πύρρα
πυρράζω
πυρραία
πυρράκειος
πυρράκης
πυρρίας
πυρριάω
πυρρίζω
Πυρρικός
View word page
πυρπόλος
wasting with fire, burning
ShortDef
wasting with fire, burning
Debugging
Headword:
πυρπόλος
Headword (normalized):
πυρπόλος
Headword (normalized/stripped):
πυρπολος
IDX:
77826
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-77827
Key:
Data
{'content': 'wasting with fire, burning'}