Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πυκνοπλοέω
πυκνοπνεύματος
πυκνόπνοια
πυκνοποιέω
πυκνόπορος
πυκνόπτερος
πυκνορράξ
πυκνόρριζος
πυκνορρώξ
πυκνός
πυκνόσαρκος
πυκνοσπορέω
πυκνόσπορος
πυκνόστικτος
πυκνόστυλος
πυκνοσύγκριτος
πυκνοσφυξία
πυκνότης
πυκνόφθαλμος
πυκνόφυλλος
πυκνόω
View word page
πυκνόσαρκος
with solid flesh
ShortDef
with solid flesh
Debugging
Headword:
πυκνόσαρκος
Headword (normalized):
πυκνόσαρκος
Headword (normalized/stripped):
πυκνοσαρκος
Intro Text:
with solid flesh
IDX:
77487
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-77488
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "with solid flesh" }