Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Πυγελεύς
πυγή
πυγηδόν
πυγίδιον
πυγίζω
πύγισμα
πυγμά
Πυγμαιομάχος
πυγμαῖος
Πυγμαῖος
πυγμαχέω
πυγμαχία
πυγμαχίη
πυγμάχος
πυγμή
πυγμικός
πυγολαμπίς
πυγονιαῖος
πυγόριζα
πυγοσκελίς
πυγοστόλος
View word page
πυγμαχέω
to practise boxing, be a boxer
ShortDef
to practise boxing, be a boxer
Debugging
Headword:
πυγμαχέω
Headword (normalized):
πυγμαχέω
Headword (normalized/stripped):
πυγμαχεω
Intro Text:
to practise boxing, be a boxer
IDX:
77360
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-77361
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to practise boxing, be a boxer" }