Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προτεύχω
προτεχνολογέω
προτεχνολόγημα
προτεχνόομαι
προτήθη
προτήθυς
προτήκω
προτήνιον
προτηρέω
Προτιάων
προτιθασεύω
προτίθημι
προτίκτω
προτιμάω
προτίμησις
προτιμητέον
προτιμία
πρότιμος
προτιμωρέω
προτινάσσω
προτίοπτος
View word page
προτιθασεύω
soothe, conciliate first
ShortDef
soothe, conciliate first
Debugging
Headword:
προτιθασεύω
Headword (normalized):
προτιθασεύω
Headword (normalized/stripped):
προτιθασευω
Intro Text:
soothe, conciliate first
IDX:
76608
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-76609
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "soothe, conciliate first" }