Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προσχίζω
πρόσχισμα
προσχλευάζω
προσχολάζω
προσχόλιον
πρόσχολος
πρόσχορδος
προσχορεύω
προσχορηγέω
πρόσχορος
προσχόω
προσχράομαι
προσχρῄζω
πρόσχρησις
προσχρηστέον
προσχρίμπτω
προσχρίω
πρόσχρωμον
προσχρώννυμι
προσχρῶτα
πρόσχυσις
View word page
προσχόω
add land, soil (by rivers or humans)
ShortDef
add land, soil (by rivers or humans)
Debugging
Headword:
προσχόω
Headword (normalized):
προσχόω
Headword (normalized/stripped):
προσχοω
Intro Text:
add land, soil (by rivers or humans)
IDX:
76487
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-76488
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "add land, soil (by rivers or humans)" }