Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πρόστριμμα
πρόστριψις
προστρόπαιος
προστροπή
πρόστροπος
προστρουθίζω
προστροχάζω
προστροχαστής
πρόστροχος
προστρωννύω
προστυγχάνω
πρόστυλος
πρόστυμμα
προστυπής
πρόστυπος
προστυπόω
προστύπωσις
προστύφω
προστυχής
προστῷον
προσυβρίζω
View word page
προστυγχάνω
to obtain one's share of
ShortDef
to obtain one's share of
Debugging
Headword:
προστυγχάνω
Headword (normalized):
προστυγχάνω
Headword (normalized/stripped):
προστυγχανω
Intro Text:
to obtain one's share of
IDX:
76321
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-76322
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to obtain one's share of" }