Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

προσποιησίσοφος
προσποιητής
προσποιητικός
προσποιητός
προσπολεμέω
προσπολεμόομαι
προσπολέω
προσπολιτεύομαι
πρόσπολος
προσπονέομαι
προσπονέω
προσπορεύομαι
προσπορίζω
προσπόρισμα
προσπορπατός
πρόσπου
προσπράσσω
προσπρίασθαι
πρόσπταισις
πρόσπταισμα
προσπταίω
View word page
προσπονέω
exert oneself

ShortDef

exert oneself

Debugging

Headword:
προσπονέω
Headword (normalized):
προσπονέω
Headword (normalized/stripped):
προσπονεω
IDX:
76137
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-76138
Key:

Data

{'content': 'exert oneself'}