Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προσπληρόω
προσπλήσσω
προσπλοκή
πρόσπλους
προσπλωτός
πρόσπνευμα
πρόσπνευσις
προσπνέω
προσπογγίζω
προσποθέω
προσποιέω
προσποίημα
προσποίησις
προσποιησίσοφος
προσποιητής
προσποιητικός
προσποιητός
προσπολεμέω
προσπολεμόομαι
προσπολέω
προσπολιτεύομαι
View word page
προσποιέω
to make over to; mid. procure, pretend
ShortDef
to make over to; mid. procure, pretend
Debugging
Headword:
προσποιέω
Headword (normalized):
προσποιέω
Headword (normalized/stripped):
προσποιεω
Intro Text:
to make over to; mid. procure, pretend
IDX:
76124
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-76125
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to make over to; mid. procure, pretend" }