Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προσπλεονάζω
προσπλέω
προσπληρόω
προσπλήσσω
προσπλοκή
πρόσπλους
προσπλωτός
πρόσπνευμα
πρόσπνευσις
προσπνέω
προσπογγίζω
προσποθέω
προσποιέω
προσποίημα
προσποίησις
προσποιησίσοφος
προσποιητής
προσποιητικός
προσποιητός
προσπολεμέω
προσπολεμόομαι
View word page
προσπογγίζω
sponge beforehand
ShortDef
sponge beforehand
Debugging
Headword:
προσπογγίζω
Headword (normalized):
προσπογγίζω
Headword (normalized/stripped):
προσπογγιζω
Intro Text:
sponge beforehand
IDX:
76122
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-76123
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "sponge beforehand" }