Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προσπιπράσκω
προσπίπτω
προσπιστεύω
προσπίτνω
προσπλάζω
προσπλάσσω
προσπλαστικός
πρόσπλατος
προσπλεκτέον
προσπλέκω
προσπλεονάζω
προσπλέω
προσπληρόω
προσπλήσσω
προσπλοκή
πρόσπλους
προσπλωτός
πρόσπνευμα
πρόσπνευσις
προσπνέω
προσπογγίζω
View word page
προσπλεονάζω
to be specially frequent
ShortDef
to be specially frequent
Debugging
Headword:
προσπλεονάζω
Headword (normalized):
προσπλεονάζω
Headword (normalized/stripped):
προσπλεοναζω
Intro Text:
to be specially frequent
IDX:
76112
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-76113
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be specially frequent" }