Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

προσεισκρίνω
προσεισοδιασμός
προσεισπράσσω
προσεισφέρω
προσεισφορά
προσείω
προσεκβάλλω
προσεκβοάω
προσεκδεκτέον
προσεκδέρω
προσεκδιδάσκω
προσεκδίδωμι
προσεκθλίβω
προσεκθρῴσκω
προσεκκαθαίρω
προσεκκαίω
προσεκκαλύπτω
προσέκκειμαι
προσεκκόπτω
προσεκλεαίνω
προσεκλέγω
View word page
προσεκδιδάσκω
(fully) teach besides

ShortDef

(fully) teach besides

Debugging

Headword:
προσεκδιδάσκω
Headword (normalized):
προσεκδιδάσκω
Headword (normalized/stripped):
προσεκδιδασκω
IDX:
75183
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-75184
Key:

Data

{'content': '(fully) teach besides'}