Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προσαφρίζω
προσβαδίζω
προσβαθύνω
προσβαίνω
προσβακχεύω
προσβάλλω
προσβάρησις
προσβασανίζω
πρόσβασις
προσβατός
προσβεβαιόω
προσβιάζομαι
προσβιασμός
προσβιαστέον
προσβιβάζω
προσβιόω
προσβλαβής
προσβλάπτω
προσβλασφημέω
προσβλεπτέος
προσβλέπω
View word page
προσβεβαιόω
confirm besides
ShortDef
confirm besides
Debugging
Headword:
προσβεβαιόω
Headword (normalized):
προσβεβαιόω
Headword (normalized/stripped):
προσβεβαιοω
Intro Text:
confirm besides
IDX:
74989
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-74990
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "confirm besides" }