Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προπιεσμός
προπῖν
προπῖνα
προπινάριον
προπινάριος
πρόπινον
προπίνω
προπιπίσκω
προπιπράσκω
προπίπτω
προπιστεύω
προπιστόομαι
προπίτνω
πρόπλασμα
προπλάσσω
προπλέκω
προπλέω
προπληρόω
προπλήσσω
πρόπλοος
πρόπλοος2
View word page
προπιστεύω
to trust
ShortDef
to trust
Debugging
Headword:
προπιστεύω
Headword (normalized):
προπιστεύω
Headword (normalized/stripped):
προπιστευω
IDX:
74555
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-74556
Key:
Data
{'content': 'to trust'}