Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

προπηλακιστής
προπηλακιστικός
πρόπηξις
προπιέζω
προπιεσμός
προπῖν
προπῖνα
προπινάριον
προπινάριος
πρόπινον
προπίνω
προπιπίσκω
προπιπράσκω
προπίπτω
προπιστεύω
προπιστόομαι
προπίτνω
πρόπλασμα
προπλάσσω
προπλέκω
προπλέω
View word page
προπίνω
to drink before

ShortDef

to drink before

Debugging

Headword:
προπίνω
Headword (normalized):
προπίνω
Headword (normalized/stripped):
προπινω
IDX:
74551
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-74552
Key:

Data

{'content': 'to drink before'}