Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προεκλέγω
προεκλείπω
προεκλογίζομαι
προεκλύω
προεκμανθάνω
προεκμάττω
προεκμυζάω
προεκνιτρόω
προεκνιτρωτέον
προεκπέμπω
προεκπηδάω
προεκπίνω
προεκπίπτω
προεκπλέω
προεκπλήσσω
προεκποιέω
προεκπονέω
προέκπτωσις
προεκρέω
προεκρήγνυμαι
προεκτείνω
View word page
προεκπηδάω
leap out before
ShortDef
leap out before
Debugging
Headword:
προεκπηδάω
Headword (normalized):
προεκπηδάω
Headword (normalized/stripped):
προεκπηδαω
Intro Text:
leap out before
IDX:
73501
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-73502
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "leap out before" }