Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προέκδοσις
προεκδρομή
προεκζέω
προεκθερμαίνω
προέκθεσις
προεκθετέον
προεκθετικός
προεκθέω
προεκθρῴσκω
προεκκαθαίρω
προεκκαίω
προεκκαλέω
προέκκειμαι
προεκκενόω
προεκκλύζω
προεκκομίζω
προεκκοπρόω
προεκκόπτω
προεκκρίνω
προέκκρισις
προεκκρούω
View word page
προεκκαίω
inflame first
ShortDef
inflame first
Debugging
Headword:
προεκκαίω
Headword (normalized):
προεκκαίω
Headword (normalized/stripped):
προεκκαιω
Intro Text:
inflame first
IDX:
73479
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-73480
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "inflame first" }