Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προεισάγω
προεισβάλλω
προεισδέω
προεισελαύνω
προεισέρχομαι
προεισευπορέω
προεισηγέομαι
προεισόδιον
προεισπαίω
προεισπέμπω
προεισπορεύομαι
προεισπράσσω
προεισφέρω
προεισφορά
προείσφορος
προεκβάλλω
προέκβασις
προεκβιβάζω
προεκδαπανάω
προεκδέχομαι
προεκδιδάσκω
View word page
προεισπορεύομαι
go in before
ShortDef
go in before
Debugging
Headword:
προεισπορεύομαι
Headword (normalized):
προεισπορεύομαι
Headword (normalized/stripped):
προεισπορευομαι
Intro Text:
go in before
IDX:
73457
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-73458
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "go in before" }