Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προδιακατέχω
προδιάκειμαι
προδιακενόω
προδιακεντέω
προδιακινέω
προδιακίνησις
προδιακλύζομαι
προδιακονέομαι
προδιαλαμβάνω
προδιαλέγομαι
προδιάλεξις
προδιαληπτέον
προδιάληψις
προδιαλλάσσω
προδιαλογίζομαι
προδιαλογισμός
προδιαλύω
προδιαμαρτύρομαι
προδιαμασάομαι
προδιαναπαύω
προδιανοέομαι
View word page
προδιάλεξις
conversing beforehand
ShortDef
conversing beforehand
Debugging
Headword:
προδιάλεξις
Headword (normalized):
προδιάλεξις
Headword (normalized/stripped):
προδιαλεξις
Intro Text:
conversing beforehand
IDX:
73298
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-73299
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "conversing beforehand" }