Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

προγραφή
προγράφω
προγρηγορέω
προγυμνάζω
προγυμνασία
προγύμνασμα
προγυμναστής
προγυμνόω
προδαείς
προδαῆναι
προδανείζω
προδανεισμός
προδανειστής
προδαπανάω
προδείδω
προδείελος
προδείκνυμι
προδείκτης
προδειμαίνω
προδειπνέω
προδέκατον
View word page
προδανείζω
to lend before

ShortDef

to lend before

Debugging

Headword:
προδανείζω
Headword (normalized):
προδανείζω
Headword (normalized/stripped):
προδανειζω
IDX:
73244
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-73245
Key:

Data

{'content': 'to lend before'}