Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πρόβλητος
προβλήτωρ
προβλώσκω
προβοάω
προβοηθέω
προβόλαιος
προβολεύς
προβολή
προβόλιμος
προβόλιον
πρόβολος
πρόβολος2
προβόσκημα
προβοσκίς
προβοσκός
προβουλεία
προβούλευμα
προβούλευσις
προβουλεύω
προβουλή
προβούλιον
View word page
πρόβολος
outcrop, bulwark
ShortDef
outcrop, bulwark
eligible for nomination
Debugging
Headword:
πρόβολος
Headword (normalized):
πρόβολος
Headword (normalized/stripped):
προβολος
Intro Text:
outcrop, bulwark
IDX:
73173
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-73174
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "outcrop, bulwark" }