Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προανέλκω
προανέρχομαι
προάνεσις
προανευρύνω
προανέχω
προανθέω
προάνθησις
προανίημι
προανίστημι
προανίσχω
προανοίγω
προανταναιρέομαι
προανύτω
προανωθέω
προαπαγγέλλω
προαπάγγελμα
προαπαγορεύω
προαπάγω
προαπαίρω
προαπαλείφω
προαπαλλάσσω
View word page
προανοίγω
open before
ShortDef
open before
Debugging
Headword:
προανοίγω
Headword (normalized):
προανοίγω
Headword (normalized/stripped):
προανοιγω
IDX:
72946
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-72947
Key:
Data
{'content': 'open before'}