Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προαμείβομαι
προαμέλγω
προαμυνομαι
προαμύνομαι
προαναβαίνω
προαναβάλλομαι
προαναβλέπω
προαναβοάω
προαναβολή
προαναγαργαρίζομαι
προαναγιγνώσκω
προαναγκάζω
προαναγράφω
προαναγυμνάζω
προανάγω
προαναδίδωμι
προαναζέω
προαναζωγραφέω
προαναθερμαίνω
προαναθλίβω
προαναθρέω
View word page
προαναγιγνώσκω
read aloud
ShortDef
read aloud
Debugging
Headword:
προαναγιγνώσκω
Headword (normalized):
προαναγιγνώσκω
Headword (normalized/stripped):
προαναγιγνωσκω
Intro Text:
read aloud
IDX:
72853
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-72854
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "read aloud" }