Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προαλγέω
προαλείφω
προαλής
προαλίσκομαι
προαλιώτης
προάλλομαι
προαμαρτάνω
προαμείβομαι
προαμέλγω
προαμυνομαι
προαμύνομαι
προαναβαίνω
προαναβάλλομαι
προαναβλέπω
προαναβοάω
προαναβολή
προαναγαργαρίζομαι
προαναγιγνώσκω
προαναγκάζω
προαναγράφω
προαναγυμνάζω
View word page
προαμύνομαι
to defend oneself
ShortDef
to defend oneself
Debugging
Headword:
προαμύνομαι
Headword (normalized):
προαμύνομαι
Headword (normalized/stripped):
προαμυνομαι
Intro Text:
to defend oneself
IDX:
72846
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-72847
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to defend oneself" }