Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προαιρετός
προαιρέω
προαίρω
προαισθάνομαι
προαίσθησις
προαισυμνάω
προαιτέω
προαιτία
προαιτιάομαι
προαιώνιος
προακμάζω
προακολουθέω
προακονάω
προακοντίζομαι
προακούω
προακροβολίζομαι
προακτέον
προακτικός
προαλγέω
προαλείφω
προαλής
View word page
προακμάζω
ripen before the time, be premature
ShortDef
ripen before the time, be premature
Debugging
Headword:
προακμάζω
Headword (normalized):
προακμάζω
Headword (normalized/stripped):
προακμαζω
Intro Text:
ripen before the time, be premature
IDX:
72828
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-72829
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ripen before the time, be premature" }