Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
προαγορεύω
προαγρέω
προαγρυπνέω
προάγω
προαγωγεία
προαγωγεύω
προαγωγή
προαγωγία
προαγωγός
προαγών
προαγωνίζομαι
προαγώνισμα
προαγωνιστέον
προαγωνιστής
προαδικέω
προαδυνατέω
προᾴδω
προαθετέω
προαθρέω
προαθροίζω
προαιδέομαι
View word page
προαγωνίζομαι
to fight before
ShortDef
to fight before
Debugging
Headword:
προαγωνίζομαι
Headword (normalized):
προαγωνίζομαι
Headword (normalized/stripped):
προαγωνιζομαι
Intro Text:
to fight before
IDX:
72799
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-72800
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to fight before" }