Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πρασίζω
πρασιή
πράσιμος
πρασινοειδής
πράσινος
πράσιον
πράσιος
πρᾶσις
πρασίτης
πρασοειδής
πρασόεις
πρασοκέφαλον
πρασοκουρίς
πρασόκουρον
πράσον
πρασόσπερμον
πρασοφαγέω
πρασόχρους
Πρασσαῖος
Πρασσοφάγος
πράσσω
View word page
πρασόεις
overgrown with seaweed
ShortDef
overgrown with seaweed
Debugging
Headword:
πρασόεις
Headword (normalized):
πρασόεις
Headword (normalized/stripped):
πρασοεις
Intro Text:
overgrown with seaweed
IDX:
72623
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-72624
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "overgrown with seaweed" }