Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πορνοβοσκία
πορνοβοσκός
πορνογενής
πορνογέννητος
πορνογράφος
πορνοδιάκονος
πορνοδιδάσκαλος
πορνοδύτης
πορνοκοπέω
πορνοκοπία
πορνοκόπος
πορνομανής
πόρνος
πορνοτελώνης
πορνοφίλης
ποροποιέω
ποροποιία
πόρος
πορόω
πορπακίζομαι
πόρπαμα
View word page
πορνοκόπος
one who has commerce with prostitutes, fornicator
ShortDef
one who has commerce with prostitutes, fornicator
Debugging
Headword:
πορνοκόπος
Headword (normalized):
πορνοκόπος
Headword (normalized/stripped):
πορνοκοπος
Intro Text:
one who has commerce with prostitutes, fornicator
IDX:
72325
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-72326
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "one who has commerce with prostitutes, fornicator" }