Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

πολυχείμερος
πολυχείμων
πολύχειρ
πολυχειρία
πολύχεσος
πολυχεύμων
πολύχηλος
πολυχίτων
πολύχλωρος
πολύχνοος
πολυχοέω
πολυχοΐα
πολύχοος
πολυχορδία
πολύχορδος
πολύχορτος
πολυχρηματέω
πολυχρηματία
πολυχρηματίας
πολυχρήματος
πολυχρήμων
View word page
πολυχοέω
yield much, be productive

ShortDef

yield much, be productive

Debugging

Headword:
πολυχοέω
Headword (normalized):
πολυχοέω
Headword (normalized/stripped):
πολυχοεω
IDX:
72104
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-72105
Key:

Data

{'content': 'yield much, be productive'}