Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πολύφιλος
πολύφιλτρος
πολυφλέγματος
πολύφλογος
πολύφλοιος
πολύφλοισβος
πολύφοβος
πολύφοιτος
πολύφονος
Πολυφόντης
πολύφορβος
πολυφορέω
πολυφόρητος
πολυφορία
πολυφόρος
πολύφορτος
πολυφραδέω
πολυφραδής
πολυφραδία
πολυφράδμων
πολύφραστος
View word page
πολύφορβος
feeding many, bountiful
ShortDef
feeding many, bountiful
Debugging
Headword:
πολύφορβος
Headword (normalized):
πολύφορβος
Headword (normalized/stripped):
πολυφορβος
Intro Text:
feeding many, bountiful
IDX:
72063
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-72064
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "feeding many, bountiful" }