Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ποιηματικός
ποιηματογράφος
ποιηρός
ποιησείω
ποίησις
ποιητέος
ποιητής
ποιητικεύομαι
ποιητικός
ποιητοδιδάσκαλος
ποιητός
ποιήτρια
ποικιλάνιος
ποικιλείμων
ποικιλερυθρόμελας
ποικιλεύομαι
ποικιλία
ποικιλίας
ποικίλιον
ποικίλλω
ποίκιλμα
View word page
ποιητός
made, adopted, invented
ShortDef
made, adopted, invented
Debugging
Headword:
ποιητός
Headword (normalized):
ποιητός
Headword (normalized/stripped):
ποιητος
Intro Text:
made, adopted, invented
IDX:
70949
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-70950
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "made, adopted, invented" }