Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

πλινθωτός
πλίξ
πλίσσομαι
πλιχάς
πλοητόκος
πλοιάριον
πλοιαφέσια
πλοῖον
πλοκαμίς
πλόκαμος
πλόκανον
πλοκαρικός
πλοκάριος
πλοκάρισις
πλοκᾶτος
πλοκερός
πλοκεύς
πλοκή
πλοκίζομαι
πλόκιμος
πλόκιον
View word page
πλόκανον
a plaited rope

ShortDef

a plaited rope

Debugging

Headword:
πλόκανον
Headword (normalized):
πλόκανον
Headword (normalized/stripped):
πλοκανον
IDX:
70698
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-70699
Key:

Data

{'content': 'a plaited rope'}