Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀνέκδυτος
ἀνεκθέρμαντος
ἀνέκθυτος
ἀνεκκαρτέρητος
ἀνεκκλησίαστος
ἀνέκκλητος
ἀνέκκλιτος
ἀνεκκόπως
ἀνέκκριτος
ἀνεκλάλητος
ἀνέκλειπτος
ἀνέκλεκτος
ἀνεκλόγιστος
ἀνέκλυτος
ἀνέκνιπτος
ἀνεκπίμπλημι
ἀνέκπληκτος
ἀνεκπληξία
ἀνεκπλήρωτος
ἀνέκπλυτος
ἀνεκποίητος
View word page
ἀνέκλειπτος
incessant, uninterrupted
ShortDef
incessant, uninterrupted
Debugging
Headword:
ἀνέκλειπτος
Headword (normalized):
ἀνέκλειπτος
Headword (normalized/stripped):
ανεκλειπτος
Intro Text:
incessant, uninterrupted
IDX:
7066
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-7067
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "incessant, uninterrupted" }