Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πληκτισμός
πληκτός
πλῆκτρον
πληκτροποιός
πληκτροφόρος
πλήμη
πλημμέλεια
πλημμελέω
πλημμέλημα
πλημμελής
πλημμέλησις
Πλημμύριον
πλήμνη
πλημνόδετον
πλημοχόη
πλήμυρα
πλημυρέω
πλημυρίς
πλημυρόντως
πλημύρω
πλήν
View word page
πλημμέλησις
trespassing, sinning
ShortDef
trespassing, sinning
Debugging
Headword:
πλημμέλησις
Headword (normalized):
πλημμέλησις
Headword (normalized/stripped):
πλημμελησις
Intro Text:
trespassing, sinning
IDX:
70596
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-70597
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "trespassing, sinning" }