Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀνέγκλιτος
ἀνεγκόπτως
ἀνεγκωμίαστος
ἀνεγχώρητος
ἀνεδάφιστος
ἀνέδην
ἀνέδραστος
ἀνεέργω
ἀνέζω
ἀνεθέλητος
ἀνεθίζομαι
ἀνεθιστέον
ἀνέθιστος
ἀνείδεος
ἀνειδωλόπληκτος
ἀνειδωλοποιέω
ἀνεικάζομαι
ἀνεικαιότης
ἀνείκαστος
ἀνεικής
ἀνεικόνιστος
View word page
ἀνεθίζομαι
become used to
ShortDef
become used to
Debugging
Headword:
ἀνεθίζομαι
Headword (normalized):
ἀνεθίζομαι
Headword (normalized/stripped):
ανεθιζομαι
Intro Text:
become used to
IDX:
7006
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-7007
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "become used to" }