Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πηλικότης
πήλινος
Πήλιον
Πηλιῶτις
πηλοβάτης
πηλόγονος
πηλοδευστέω
πηλοδομέω
πηλόδομος
πηλοεψητής
πηλοπατέω
πηλοπατίδες
πηλοπλάθος
πηλόπλαστος
πηλοπλάτων
πηλοποιέω
πηλοποιία
πηλός
πηλοστρόφιον
πηλότροφος
πηλουργία
View word page
πηλοπατέω
trample in the mire
ShortDef
trample in the mire
Debugging
Headword:
πηλοπατέω
Headword (normalized):
πηλοπατέω
Headword (normalized/stripped):
πηλοπατεω
Intro Text:
trample in the mire
IDX:
69865
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-69866
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "trample in the mire" }