Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πετροκατοίκητος
πετρόκοιτος
πετροκόραξ
πετροκόσσυφος
πετροκυλιστής
πετρολάπαθον
πετροποιία
πετροποιός
πετρορριφής
πετρόρυτος
πέτρος
Πέτρος
πετροσελινίτης
πετροσέλινον
πετροτόμος
πετροφυής
πετρόω
πετρώδης
πετρώεις
πέτρωμα
πετρών
View word page
πέτρος
a stone
ShortDef
a stone
Petrus, Peter
Debugging
Headword:
πέτρος
Headword (normalized):
πέτρος
Headword (normalized/stripped):
πετρος
IDX:
69741
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-69742
Key:
Data
{'content': 'a stone'}