Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀνδροληψία
ἀνδρολήψιον
ἀνδρολογέω
ἀνδρομανέω
ἀνδρομανής
Ἀνδρομάχη
ἀνδρομάχος
Ἀνδρομέδα
ἀνδρόμεος
ἀνδρομήκης
ἀνδρομητόν
ἀνδρόμορφος
ἀνδρονομέομαι
ἀνδρόπαις
ἀνδροπλήθεια
ἀνδροποιός
ἀνδρόπορνος
ἀνδρόπρῳρος
Ἄνδρος
ἀνδρόσαιμον
ἀνδρόσακες
View word page
ἀνδρομητόν
with a blade slipping back into the haft
ShortDef
with a blade slipping back into the haft
Debugging
Headword:
ἀνδρομητόν
Headword (normalized):
ἀνδρομητόν
Headword (normalized/stripped):
ανδρομητον
IDX:
6941
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-6942
Key:
Data
{'content': 'with a blade slipping back into the haft'}