Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
περίτροπος
περιτροχάζω
περιτρόχαλος
περιτροχάω
περιτρόχιον
περιτροχλισμός
περίτροχος
περιτρύζω
περιτρυπάω
περιτρύπησις
περιτρύχω
περιτρώγω
περιτυγχάνω
περιτυλίσσω
περίτυλος
περιτυλόω
περιτύλωσις
περιτύμβιος
περιτυμπανίζομαι
περιτυπόω
περιυβρίζω
View word page
περιτρύχω
afflict exceedingly
ShortDef
afflict exceedingly
Debugging
Headword:
περιτρύχω
Headword (normalized):
περιτρύχω
Headword (normalized/stripped):
περιτρυχω
Intro Text:
afflict exceedingly
IDX:
69418
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-69419
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "afflict exceedingly" }