Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

περίτρησις
περίτρητος
περιτρηχής
περιτριβής
περιτρίβω
περιτρίζω
περίτριμμα
περίτριπτος
περίτριψις
περιτρομέομαι
περιτρομέω
περίτρομος
περιτροπάδην
περιτροπέω
περιτροπή
περίτροπος
περιτροχάζω
περιτρόχαλος
περιτροχάω
περιτρόχιον
περιτροχλισμός
View word page
περιτρομέω
all

ShortDef

all

Debugging

Headword:
περιτρομέω
Headword (normalized):
περιτρομέω
Headword (normalized/stripped):
περιτρομεω
IDX:
69403
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-69404
Key:

Data

{'content': 'all'}