Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
περιρραπίζω
περιρράπτρια
περιρράπτω
περιρράσσω
περιρρέζω
περιρρέμβομαι
περιρρεπής
περιρρέπω
περίρρεψις
περιρρέω
περιρρήγνυμι
περιρρήδην
περιρρηδής
περίρρηξις
περιρρήσσω
περιρρητινόομαι
περιρρίπτω
περιρρογχάζω
περιρροή
περίρροια
περιρρομβέω
View word page
περιρρήγνυμι
to rend from round
ShortDef
to rend from round
Debugging
Headword:
περιρρήγνυμι
Headword (normalized):
περιρρήγνυμι
Headword (normalized/stripped):
περιρρηγνυμι
Intro Text:
to rend from round
IDX:
69087
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-69088
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to rend from round" }