Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
περιαιρετέος
περιαιρετός
περιαιρέω
περιαίρω
περιαιωρέομαι
περιακολουθέω
περιακοντίζω
περιακτέον
περιακτέος
περίακτος
περιαλγέω
περιάλγημα
περιαλγής
περιάλειμμα
περιαλειπτέον
περιαλείφω
περιαλή
περιαληθής
περιαλιφή
περιαλλόκαυλος
περιάλλομαι
View word page
περιαλγέω
to be greatly pained at
ShortDef
to be greatly pained at
Debugging
Headword:
περιαλγέω
Headword (normalized):
περιαλγέω
Headword (normalized/stripped):
περιαλγεω
Intro Text:
to be greatly pained at
IDX:
68182
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-68183
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be greatly pained at" }