Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

περάτη
περατής
περατικός
περατοειδής
πέρατος
περατός
περατόω
περάτωσις
περατωτικός
περατωτός
περάω
περάω2
Περγαμηνός
πέργαμον
Πέργαμος
Περγασή
Περγασῆσι
πέρδησις
περδίκειος
περδικιδεύς
περδικικός
View word page
περάω
to drive right through; pass, penetrate

ShortDef

to drive right through; pass, penetrate
[sell; see πέρνημι]

Debugging

Headword:
περάω
Headword (normalized):
περάω
Headword (normalized/stripped):
περαω
IDX:
68127
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-68128
Key:

Data

{'content': 'to drive right through; pass, penetrate'}