Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πεπληρωμένως
πεπλίς
πεπλογραφία
πεπλοδόχος
πεπλοθήκη
πεπλοποιία
πέπλος
πέπλυφος
πέπλωμα
πέπνυμαι
πεποιημένως
πεποίθησις
πεποικιλμένως
πεπονημένως
πεπονθέω
πεπόνθησις
πεπονώδης
πεπορθημένως
πεπραδίλη
πεπρίλος
πεπρωμένος
View word page
πεποιημένως
as a made up
ShortDef
as a made up
Debugging
Headword:
πεποιημένως
Headword (normalized):
πεποιημένως
Headword (normalized/stripped):
πεποιημενως
Intro Text:
as a made up
IDX:
68078
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-68079
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "as a made up" }