Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πεπλατυσμένως
πεπληθυσμένως
πεπληρωμένως
πεπλίς
πεπλογραφία
πεπλοδόχος
πεπλοθήκη
πεπλοποιία
πέπλος
πέπλυφος
πέπλωμα
πέπνυμαι
πεποιημένως
πεποίθησις
πεποικιλμένως
πεπονημένως
πεπονθέω
πεπόνθησις
πεπονώδης
πεπορθημένως
πεπραδίλη
View word page
πέπλωμα
a robe
ShortDef
a robe
Debugging
Headword:
πέπλωμα
Headword (normalized):
πέπλωμα
Headword (normalized/stripped):
πεπλωμα
Intro Text:
a robe
IDX:
68076
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-68077
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a robe" }