Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πέπερι
πεπερίζω
πεπερόγαρον
πεπερόζωμος
πεπιασμένως
πεπιστευμένως
πεπλανημένως
πεπλασμένως
πεπλατυσμένως
πεπληθυσμένως
πεπληρωμένως
πεπλίς
πεπλογραφία
πεπλοδόχος
πεπλοθήκη
πεπλοποιία
πέπλος
πέπλυφος
πέπλωμα
πέπνυμαι
πεποιημένως
View word page
πεπληρωμένως
plene
ShortDef
plene
Debugging
Headword:
πεπληρωμένως
Headword (normalized):
πεπληρωμένως
Headword (normalized/stripped):
πεπληρωμενως
Intro Text:
plene
IDX:
68068
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-68069
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "plene" }