Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Πεπάρηθος
πεπασμός
πέπειρα
πέπειρος
πεπεισμένως
πεπερασμενάκις
πεπερᾶτος
πέπερι
πεπερίζω
πεπερόγαρον
πεπερόζωμος
πεπιασμένως
πεπιστευμένως
πεπλανημένως
πεπλασμένως
πεπλατυσμένως
πεπληθυσμένως
πεπληρωμένως
πεπλίς
πεπλογραφία
πεπλοδόχος
View word page
πεπερόζωμος
peppered broth
ShortDef
peppered broth
Debugging
Headword:
πεπερόζωμος
Headword (normalized):
πεπερόζωμος
Headword (normalized/stripped):
πεπεροζωμος
Intro Text:
peppered broth
IDX:
68061
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-68062
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "peppered broth" }