Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πέπανσις
πεπαντικός
πεπαρεῖν
Πεπάρηθος
πεπασμός
πέπειρα
πέπειρος
πεπεισμένως
πεπερασμενάκις
πεπερᾶτος
πέπερι
πεπερίζω
πεπερόγαρον
πεπερόζωμος
πεπιασμένως
πεπιστευμένως
πεπλανημένως
πεπλασμένως
πεπλατυσμένως
πεπληθυσμένως
πεπληρωμένως
View word page
πέπερι
pepper, the pepper-tree
ShortDef
pepper, the pepper-tree
Debugging
Headword:
πέπερι
Headword (normalized):
πέπερι
Headword (normalized/stripped):
πεπερι
Intro Text:
pepper, the pepper-tree
IDX:
68058
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-68059
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "pepper, the pepper-tree" }