Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πεντηκοντατέσσαρες
πεντηκοντατρεῖς
πεντηκοντάχοος
πεντηκόντερος
πεντηκοντήρ
πεντηκοντόγυος
πεντηκοντοκέφαλος
πεντηκοντομέσοδμος
πεντηκοντόργυιος
πεντηκόντορος
πεντηκοντούτης
πεντηκοντοφύλαξ
πεντηκόσιοι
πεντηκοσταῖος
πεντηκόσταρχος
πεντηκοστεύομαι
πεντηκοστή
πεντηκοστόεκτος
πεντηκοστολογέω
πεντηκοστολόγιον
πεντηκοστολόγος
View word page
πεντηκοντούτης
fifty years old
ShortDef
fifty years old
Debugging
Headword:
πεντηκοντούτης
Headword (normalized):
πεντηκοντούτης
Headword (normalized/stripped):
πεντηκοντουτης
Intro Text:
fifty years old
IDX:
68016
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-68017
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "fifty years old" }