Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
πεντηκονταστάτηρον
πεντηκονταταλαντία
πεντηκοντατέσσαρες
πεντηκοντατρεῖς
πεντηκοντάχοος
πεντηκόντερος
πεντηκοντήρ
πεντηκοντόγυος
πεντηκοντοκέφαλος
πεντηκοντομέσοδμος
πεντηκοντόργυιος
πεντηκόντορος
πεντηκοντούτης
πεντηκοντοφύλαξ
πεντηκόσιοι
πεντηκοσταῖος
πεντηκόσταρχος
πεντηκοστεύομαι
πεντηκοστή
πεντηκοστόεκτος
πεντηκοστολογέω
View word page
πεντηκοντόργυιος
fifty fathoms deep, high, long
ShortDef
fifty fathoms deep, high, long
Debugging
Headword:
πεντηκοντόργυιος
Headword (normalized):
πεντηκοντόργυιος
Headword (normalized/stripped):
πεντηκοντοργυιος
Intro Text:
fifty fathoms deep, high, long
IDX:
68014
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-68015
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "fifty fathoms deep, high, long" }